ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ
ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ
Το γραφείο μας με την υπ’ αριθμ. 53/2023 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ανέστειλε πλειστηριασμό ύψους 660.000 ευρώ διαμερίσματος στο Ψυχικό Αττικής λόγω καταχρηστικότητας.
Η επιδίωξη ικανοποίησης της αξίωσης του δανειστή μέσω της επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης στην κύρια κατοικία του οφειλέτη και στην συνέχεια ενεργοποίησης της διαδικασίας του πλειστηριασμού, αποτελεί άσκηση δικαιώματος της ικανοποίησης της αξίωσης του δανειστή, το οποίο, όπως και κάθε δικαίωμα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου ενδέχεται να ασκείται καταχρηστικά. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Η διάταξη αυτή περιορίζει τον ακραία ατομικιστικό χαρακτήρα του δικαιώματος και θέτει φραγμούς στην άσκησή του. Υπέρβαση των ορίων αυτών συνιστά κατάχρηση δικαιώματος. Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ είναι η σημαντικότερη διάταξη που θέτει όρια στην άσκηση των δικαιωμάτων και αποτελεί γενική ρήτρα, έχει χαρακτήρα κατευθυντήριας αρχής, επειδή αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας και της ανηθικότητας κατά την άσκηση των δικαιωμάτων και παράλληλα αποτελεί κανόνα δημόσιας τάξης (ΟλΑΠ 34/2005, ΑΠ 410/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ“). Τα κριτήρια της διάταξης τίθενται διαζευκτικά, υπό την έννοια ότι αν βεβαιωθεί τουλάχιστον ένα, η άσκηση του δικαιώματος θεωρείται καταχρηστική. Τα εν λόγω κριτήρια, ήτοι καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αποτελούν αόριστες νομικές έννοιες, βάσει των οποίων ο δικαστής αποφαίνεται κάθε φορά αναφορικά με το αν η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική. Επίσης, τα κριτήρια είναι αντικειμενικά, αρκεί η διαπίστωση της υπέρβασης των ορίων που θέτει η ανωτέρω διάταξη και δεν απαιτείται υπαιτιότητα του δικαιούχου, παράλληλα δε, αποτελούν και νομικές έννοιες, ενώ η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Απόστολος Γεωργιάδης "Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου", σελ.310). Πλην όμως, τυχόν υποκειμενικά στοιχεία μπορούν να συνεκτιμηθούν, εφόσον καθιστούν περισσότερο εμφανή την τυχόν απόκλιση από τα κριτήρια που θέτει η διάταξη. Η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ βασίζεται στο γεγονός ότι η υλοποίηση της αξίωσης του επισπεύδοντος δανειστή αποτελεί άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο (Απόστολος Γεωργιάδης "Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου", σελ.3Ο5). Η επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, είναι πράξη παράνομη και δημιουργεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 ΚΠολΔ, αξίωση αποζημίωσης. Η αρχή της απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κατοχυρώνεται και στο άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος. Η συνταγματική αρχή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος αποτελεί το μέτρο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων της αναγκαστικής εκτέλεσης και στην προκειμένη περίπτωση της επιδίωξης ικανοποίησης: από το πολυτιμότερο περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη. Η συνταγματική αυτή αρχή εξειδικεύεται και στο άρθρο 116 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης. Περαιτέρω, η άμυνα του οφειλέτη κατά της επισπευδόμενης εκτέλεσης σε βάρος της κύριας κατοικίας με την προβολή του ισχυρισμού της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του πιστωτή, διά της άσκησης ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μπορεί να επιτευχθεί σε αρκετές περιπτώσεις επίδειξης καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους του δανειστή. Πότε υπάρχει καταχρηστική συμπεριφορά κρίνεται κατά περίπτωση, με κριτήρια αντικειμενικά, σύμφωνα με τις αντιλήψεις περί δικαίου του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ"). Κατά κύριο λόγο, χαρακτηριστική περίπτωση καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους του δανειστή, ο οποίος επιδιώκει την ικανοποίησή του από την πρώτη κατοικία του οφειλέτη είναι αυτή που αντιτίθεται στην καλή πίστη, η οποία ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 281, 288 και 200 ΑΚ. Η καλή πίστη επιβάλλει να μην βλάπτει ο δικαιούχος κάποιον άλλον δυσανάλογα με την ωφέλεια την οποία αποκομίζει, αλλά να προτιμά τον ηπιότερο τρόπο άσκησης του δικαιώματός του (Απόστολος Γεωργιάδης "Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου", σελ.31Ο). Η αντίθεση στην καλή πίστη εμφανίζεται κυρίως, είτε με την μορφή της σκληρότητας με την οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση δικαιώματος ήσσονος σημασίας σε σχέση με την σοβαρότητα του πλήγματος των συμφερόντων του οφειλέτη, είτε με την μορφή της διάψευσης της εύλογης εμπιστοσύνης του υπόχρεου έναντι του δικαιούχου. Αναφορικά με την αντίθεση της επιδίωξης της ικανοποίησης του δανειστή στα χρηστά ήθη, αυτά νοούνται ως η απαιτούμενη από τις ηθικές αντιλήψεις του μέσου χρηστού και συνετού ανθρώπου ηθική συμπεριφορά. (Απόστολος Γεωργιάδης "Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου", σελ.31Ο). Περαιτέρω, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, καταχρηστική είναι η συμπεριφορά του δανειστή, όταν αυτή υπερβαίνει σκοπό που προκύπτει από την κοινωνική λειτουργία που εξυπηρετεί και τα οικονομικά συμφέροντα που επιδιώκει να ικανοποιήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα κατά τις αντιλήψεις της έννομης τάξης. Τα εν λόγω κριτήρια συνήθως επικαλύπτονται, ώστε η αντίθεση με κάποιο από αυτά να συνιστά συγχρόνως αντίθεση και προς κάποιο άλλο. Πλην όμως, στην νομολογία προκύπτει ότι, έστω και σιωπηρά, δίδεται περισσότερο βάρος στο κριτήριο της αντίθεσης στην καλή πίστη. Για να υπάρχει υπέρβαση δεν αρκεί η απλή υπέρβαση των ορίων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά πρέπει η υπέρβαση αυτή να είναι προφανής, ήτοι πρόδηλη, οφθαλμοφανής και να προσκρούει στο κοινό περί δικαίου αίσθημα ή να προκαλεί ιδιαιτέρως δυσμενή εντύπωση,
π.χ. εξαιτίας δυσμενών επιπτώσεων σε άλλο πρόσωπο, όπως στην περίπτωση του οφειλέτη. Ο: δυσμενείς αυτές επιπτώσεις για τα συμφέροντα του οφειλέτη, οι οποίες καθιστούν την υπέρβαση των ορίων άσκησης του δικαιώματος προφανή, αποτελούν ένα αξιολογικό κριτήριο για την ύπαρξη ή όχι του οποίου ο δικαστής πρέπει να αποφασίσει με κριτήρια αντικειμενικά. Στην νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων το προφανές της υπέρβασης συνδέεται ενεργητικά με τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος από τον δανειστή, η οποία αξιολογείται άλλοτε ως υπερβολική, άλλοτε ως μη ανεκτή ή απλά ως άδικη, παθητικά δε, με τις επιβλαβείς για τα έννομα συμφέροντα του υπόχρεου- οφειλέτη συνέπειες, οι οποίες όμως ποικίλλουν τόσο ως προς το είδος και την μορφή τους, όσο και ως προς το μέγεθος και την έντασή τους. Αναφορικά με την ένταση των συνεπειών, η νομολογία απαιτεί ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες στα συμφέροντα του οφειλέτη και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 330/2019, ΕφΑθ 1556/2015, ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ“). Πάντως υποστηρίζεται και η γνώμη ότι δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάσταχτες για τα συμφέροντα του οφειλέτη συνέπειες, αλλά αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς επιπτώσεων (ΑΠ 2/2019, ΑΠ 345/2018, ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ“). Στην προκειμένη περίπτωση, η δημιουργία βλάβης στα έννομα συμφέροντα του οφειλέτη από την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν αρκεί κατά την νομολογία, για να θεμελιώσει κατάχρηση δικαιώματος, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις (ΑΠ 1504/2014, ΑΠ 106/2013 ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ“). Ειδικότερα θεωρείται ότι o δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό του δικαίωμα, επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με την διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατι αρχήν αποφασίζει, εκτός αν στην συγκεκριμένη περίπτωση υφίσταται υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Επομένως, για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, σύμφωνα με την νομολογία, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Κακοπιστία κατά την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της κατοικίας του οφειλέτη υφίσταται όταν ο επισπεύδων ωθείται σε αυτή την ενέργεια προτάσσοντας την απηνή επιδίωξη των δικαιωμάτων του, η οποία θα έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια την οικονομική καταστροφή του οφειλέτη, ήτοι θα υπερβαίνει τα όρια θυσίας του (Χαρ. ΑπαλαγάκηΠ. Βαφειάδου "Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας- Ερμηνεία κατ' άρθρο, σελ.2434". Τέτοια επίδειξη καταχρηστικότητας εμφανίζεται κυρίως εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία αφού χορήγησαν αφειδώς και χωρίς έλεγχο πίστωση στον οφειλέτη, επιδιώκουν μέσω της επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης σε βάρος του επίκεντρου των βιοτικών συμφερόντων του, έπειτα από την καθυστέρηση καταβολής ορισμένων μηνιαίων δόσεων, την ικανοποίησή τους σε περιόδους που εκείνος αδυνατεί να προβεί στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, εξαιτίας σοβαρών αιτιών, όπως π.χ. οικονομική κρίση, ανεργία, εμφάνιση έκτακτων περιστατικών, ήτοι προβλημάτων υγείας στον ίδιο ή σε οικεία του πρόσωπα, ηλικία, εξαφανίζοντας έτσι οποιαδήποτε ελπίδα ανάκαμψής του. Η συμπεριφορά των τραπεζών σε τέτοιες περιπτώσεις αποτελεί περιφρόνηση της κατάστασης ανάγκης, στην οποία έχει περιέλθει ο οφειλέτης, ο οποίος αδυνατεί χωρίς υπαιτιότητά του να ανταπεξέλθει στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ευρισκόμενος σε κατάσταση έλλειψης ρευστότητας και κινδυνεύει να υποστεί την ρευστοποίηση της κατοικίας του, χωρίς να του έχει δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία για επίτευξη συμβιβαστικής λύσης. Εξάλλου, η ιδιαίτερη σχέση που συνδέει τους οφειλέτες με τα πιστωτικά ιδρύματα, η οποία χαρακτηρίζεται ως σχέση εμπιστοσύνης, το γνωστικό προβάδισμα που κατέχουν, καθώς και το στοιχείο εξάρτησης του πελάτη από αυτές, επιβάλλει την αρχή της καλόπιστης επιδίωξης των αξιώσεών τους και την προστασία των εννόμων συμφερόντων του οφειλέτη. Εξάλλου, οι καταργημένες πλέον ρυθμίσεις του ν.3869/2Ο1Ο για την ρύθμιση των χρεών και προστασίας της κύριας κατοικίας θα μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής διά των μηχανισμών των άρθρων 288, 388 και 281 ΑΚ, ιδίως σε περιόδους οικονομικών κρίσεων. Η εν λόγω προϋφιστάμενη νομοθετική ρύθμιση είναι συμβατή με το δόγμα του αστικού δικαίου, το οποίο εμφορείται από την αρχή της επιείκειας. Επομένως, αντί ο πιστωτής να προσφύγει στην δικαστική επιδίωξη των δικαιωμάτων του μέσω της επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης του σημαντικότερου περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη του, προκαλώντας του υπέρμετρη βλάβη, μπορεί με βάση την καλή πίστη, η οποία υπάρχει στην σχέση του με τον οφειλέτη, ειδικά στην περίπτωση που ο δανειστής αποτελεί τραπεζικό ίδρυμα, να προτείνει μια βιώσιμη ρύθμιση, ιδίως σε περιπτώσεις που και ο οφειλέτης επιθυμεί την επίτευξή της. Η ρύθμιση αυτή θα πρέπει να διασφαλίζει την αξιοπρέπεια του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ο οποίος βρίσκεται σε πραγματική αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του, λαμβάνοντας υπόψη τις εύλογες δαπάνες διαβίωσής του και τα εισοδήματά του, αλλά και παράλληλα την μη χειροτέρευση της έννομης θέσης του πιστωτή. (…)
Επομένως πιθανολογήθηκε ότι η ανωτέρω αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται σε βάρος του ανωτέρω περιγραφόμενου ακινήτου, το οποίο είναι βεβαρημένο με υποθήκη από την (…) ήτοι από το ελληνικό δημόσιο, το οποίο ικανοποιείται προνομιακά για ποσό (...) ευρώ, περαιτέρω δε είναι ήδη βεβαρημένο με δυο υποθήκες υπέρ της (…) για συνολικό ποσό (…), οι οποίες προηγούνται της προσημείωσης που έχει εγγραφεί υπέρ της γ καθής καθόσον αυτή δεν έχει τραπεί σε υποθήκη και δεν δύναται να τραπεί εξαιτίας της παρέλευσης της νόμιμης προθεσμίας των ενενήντα ημερών. Εξαιτίας των ανωτέρω και δεδομένου ότι τιμή πρώτης προσφοράς του ανωτέρω περιγραφόμενου ακινήτου ορίστηκε στο ποσό των 695.000,00 € πιθανολογήθηκε ότι εξαιτίας του ύψους των βαρών που υπάρχουν σε βάρος των αιτούντων – οφειλετών τα οποία καλύπτονται με εμπράγματη ασφάλεια ουδέν όφελος πρόκειται να αποκομίσει η α καθής, η οποία επισπεύδει τον πλειστηριασμό, καθώς ακόμη και στην περίπτωση που πραγματοποιηθεί ο πλειστηριασμός, η α’ καθής επισπεύδουσα δεν θα εισπράξει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, καθόσον το τίμημα που θα επιτυγχανόταν από τον πλειστηριασμό θα το καρπωνόταν σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ικανοποιείται προνομιακά και η (...) η οποία έχει εγγράψει δυο υποθήκες. Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι κατά το παρόν στάδιο οι αιτούντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη εφόσον συνεχιστεί η εκτελεστική διαδικασία, καθόσον θα στερηθούν άμεσα την κύρια κατοικία τους και μοναδική τους στέγη, η οποία θα εκποιηθεί προς εξόφληση της ένδικης απαίτησης.
Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεδομένου ότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου πιθανολογήθηκε ότι αφενός μεν θα ευδοκιμήσει ο δ' λόγος της ασκηθείσας έφεσης, αφετέρου δε, θα υποστούν οι αιτούντες ανεπανόρθωτη βλάβη από την συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας και την διενέργεια του πλειστηριασμού, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναστολής εκτέλεσης να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να ανασταλεί άνευ εγγυήσεως η επισπευδόμενη σε βάρος των αιτούντων αναγκαστική εκτέλεση, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανωτέρω ασκηθείσας έφεσης,
Σε ότι αφορά την δικαστική δαπάνη, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των καθού η αίτηση, λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, δεν θα οριστεί παράβολο ερημοδικίας για την γ' καθής, καθόσον δεν υφίσταται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας για τον απολιπόμενο διάδικο στην δίκη των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της γ' καθής (.........) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων
-ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση
-ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την διαδικασία του αναγκαστικού ηλεκτρονικού πλειστηριασμού που πρόκειται να διεξαχθεί στις … και από ώρα 10:00 π.μ. έως ώρα 12:00 μ.μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ................ επί του αναφερόμενου στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης ακινήτου ιδιοκτησίας των αιτούντων, το οποίο ανήκει κατά πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών και το οποίο είναι: ένα οικόπεδο μετά της επι αυτού υφιστάμενης οικοδομής, αποτελούμενης από ισόγειο εμβαδού 139,20 τ.μ. πρώτο υπέρ του ισογείου όροφο, εμβαδού 138,40 τ.μ, και δεύτερο υπέρ του ισογείου όροφο, εμβαδού 138,40 τ.μ και συνολικού εμβαδού 346,27 τ.μ, το οποίο βρίσκεται στην Αθήνα, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου
........, της Περιφερειακής Ενότητας Κεντρικού Τομέα Αθηνών, της Περιφέρειας Αττικής, στην θέση "..........", οδός ..........., αρ........., ο οποίος (πλειστηριασμός) επισπεύδεται από την α' καθής σε βάρος των αιτούντων δυνάμει της από 23/3/2022 επιταγής προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ 7319/2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της υπ' αριθμ .../28-7-2022 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 24/2/2023 (με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ..../2023 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης ..../2023) ασκηθείσας έφεσης.
-ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των καθών η αίτηση την δικαστική δαπάνη των αιτούντων, το ύψος της οποίας ορίζει σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ.